Το crowdfunding και οι πλατφόρμες του μπορούν να αποτελέσουν ένα πολύτιμο και συμπληρωματικό εργαλείο στα χέρια ή στα πληκτρολόγια ανθρώπων και οργανισμών, διευρύνοντας τις εναλλακτικές δυνατότητές τους για χρηματοδότηση, επικοινωνία και ενδυνάμωση κοινοτήτων. Τα έργα και οι δράσεις ανθρώπων και οργανισμών στις πλατφόρμες crowdfunding μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές έμπνευσης, ως παραδείγματα αλληλεγγύης και ως ένα ορθάνοιχτο παράθυρο στον κόσμο. Δεν μπορούν όμως από μόνες τους να αλλάξουν την κοινωνία. Την κοινωνία την αλλάζουν η παιδεία, ο πολιτισμός, η διδασκαλία και η αποδοχή θεμελιωδών ανθρώπινων αξιών. Παρ’ όλα αυτά, αξίες και αρετές όπως η καλοσύνη, η ενσυναίσθηση, η φιλανθρωπία και η προσφορά επιβεβαιώνονται συχνά μέσα από το crowdfunding.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι κοινωνίες οι οποίες έχουν καλλιεργήσει στα μέλη τους το αίσθημα αξιών, όπως η φιλανθρωπία, ο εθελοντισμός και η προσφορά στον συνάνθρωπο, είναι συχνά πολύ πιο ενεργές και στον χώρο του crowdfunding. Η κουλτούρα και η παιδεία των ανθρώπων, πέρα από την εξέλιξη της τεχνολογίας, είναι εκείνες που δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος ώστε να ανθίσουν και οι προσπάθειες μέσω crowdfunding. Όταν ανθίζουν οι καλές προσπάθειες των ανθρώπων, ανθίζουν με έναν υγιή τρόπο και οι ίδιοι οι άνθρωποι.
Παρόλο που είμαι ο εμπνευστής της πιο ενεργής πλατφόρμας crowdfunding στην Ελλάδα τα τελευταία 13 χρόνια, του www.giveandfund.com, μιας μη κερδοσκοπικής πλατφόρμας που ουσιαστικά χρησιμοποιεί την τεχνολογία ως μέσο κοινωνικής σύνδεσης και προσφοράς, δεν μπορώ να μην επισημάνω, μέσα από την εμπειρία μου και την επαφή μου με εκατοντάδες ανθρώπους και οργανισμούς όλα αυτά τα χρόνια, ανθρώπους που μας εμπιστεύθηκαν όχι απλώς τα έργα τους αλλά και τα όνειρα και τις επιδιώξεις τους, την τεράστια ανάγκη που έχουμε ως κοινωνία.
Έχουμε ανάγκη να προσφέρουμε στα παιδιά και στους νέους όχι μόνο γνώσεις τεχνολογίας, αλλά και μαθήματα και σπουδές με ανθρωπιστικό και ανθρώπινο πρόσημο. Εκπαίδευση που θα τους βοηθήσει να αναπτύξουν κρίση, ενσυναίσθηση και αξίες, ώστε να εξελιχθούν σε ανεξάρτητους, αυτόνομους ανθρώπους αλλά και σε ουσιαστικούς συν-ανθρώπους.
Το 2013, η ανάγκη με παρακίνησε να αναζητήσω τρόπους ώστε να μπορέσω να στηρίξω μια δεύτερη αθλητική καριέρα στο Τρίαθλο, παράλληλα με την επαγγελματική μου δραστηριότητα. Η πρώτη μου αθλητική καριέρα ήταν στην κολύμβηση, όπου είχα συμμετάσχει σε Παραολυμπιακούς Αγώνες, σε Παγκόσμια και Πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα, έχοντας μάλιστα καταφέρει σημαντικές διακρίσεις.
Έχω αναπηρία στο αριστερό χέρι και είχα καταβάλει τεράστια προσπάθεια για να προσαρμόσω τον εξοπλισμό μου. Είχα «στήσει» το ποδήλατό μου με πατέντες και ειδικές λύσεις, ώστε να είναι λειτουργικό και όσο το δυνατόν ασφαλέστερο για εμένα, μειώνοντας παράλληλα την επίδραση της αναπηρίας μου στην απόδοσή μου. Άλλαξα τον τρόπο με τον οποίο έπινα νερό πάνω στο ποδήλατο, τροποποίησα τα φρένα, τη στήριξή μου στο τιμόνι και πολλές άλλες λεπτομέρειες που για έναν αθλητή χωρίς αναπηρία θεωρούνται αυτονόητες. Ήμουν σε καλή αγωνιστική κατάσταση. Το 2013 προκρίθηκα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Παρα-Τριάθλου στη Νέα Ζηλανδία. Την ίδια περίοδο, όμως, οι αθλητικές ομοσπονδίες στην Ελλάδα κατέρρεαν κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης και φυσικά δεν μπορούσαν να στηρίξουν οικονομικά την προσπάθειά μου.
Δεν μπορούσα ούτε εγώ να χρηματοδοτήσω ένα τόσο ακριβό ταξίδι. Είχα ήδη ένα μωρό και ένα ακόμη παιδί καθ’ οδόν. Πήρα, λοιπόν, την απόφαση ότι δεν θα συμμετείχα, παρόλο που το ήθελα πάρα πολύ. Την προηγούμενη φορά που είχα ταξιδέψει στη Νέα Ζηλανδία για αγώνες, είχα κατακτήσει την 6η θέση στα 100 μέτρα πεταλούδα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κολύμβησης. Άρχισα, λοιπόν, να αναζητώ πώς κατάφερναν οι ξένοι συναθλητές μου να συμμετέχουν σε αγώνες και να καλύπτουν τα έξοδά τους. Γνώριζα ότι σε πολλές περιπτώσεις ούτε εκείνοι είχαν την πλήρη υποστήριξη των ομοσπονδιών τους για όλους τους αγώνες στους οποίους συμμετείχαν ανά τον κόσμο. Μου έκανε τεράστια εντύπωση όταν ανακάλυψα ότι τέσσερις Αμερικανοί αθλητές, με τους οποίους αγωνιζόμουν, είχαν συγκεντρώσει από 10.000 δολάρια ο καθένας για να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι τους στη Νέα Ζηλανδία, μέσα από μια αμερικανική πλατφόρμα crowdfunding. Παράλληλα, είδα ότι ένας Ούγγρος τριαθλητής, για τους ίδιους αγώνες και μέσα από την ίδια πλατφόρμα, είχε συγκεντρώσει μόλις 350 ευρώ. Πιθανότατα αυτό οφειλόταν στη διαφορετική κουλτούρα ή στην περιορισμένη εξοικείωση της χώρας του με τέτοιες πρακτικές, όπως ανέφερα και στην αρχή του άρθρου.
Θαύμασα τον τρόπο λειτουργίας αλλά και την ίδια την ιδέα. Άρχισα να αναζητώ και άλλες πλατφόρμες crowdfunding. Κάποια στοιχεία τους μου άρεσαν, ενώ κάποια άλλα όχι. Για παράδειγμα, δεν ήταν πάντα ξεκάθαροι οι όροι χρήσης, οι χρεώσεις και οι διαδικασίες που ακολουθούσαν. Μετά από μερικές ημέρες, ξύπνησα κυριολεκτικά μέσα στη νύχτα και είπα στον εαυτό μου ότι αυτό ήταν κάτι που ήθελα να κάνω: να δημιουργήσω μια ελληνική πλατφόρμα crowdfunding, δεοντολογικά σωστή, η οποία θα μπορούσε να είναι εύκολα προσβάσιμη από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και να βοηθήσει ανθρώπους και οργανισμούς να υποστηριχθούν μέσα στις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες της οικονομικής κρίσης.
Άρχισα, μέσα στη νύχτα, να γράφω ασταμάτητα στο laptop μου ένα concept paper, ένα πρώτο προσχέδιο της ιδέας. Η ουσία και οι βασικές αρχές εκείνου του κειμένου ακολούθησαν την πορεία της πλατφόρμας τα επόμενα χρόνια. Σκοπός μου ήταν να δώσω σε ανθρώπους και οργανισμούς τη δυνατότητα, μέσα από το «εργαλείο» μιας πλατφόρμας crowdfunding, να αποτυπώσουν τις ανάγκες, τις επιδιώξεις και τους στόχους τους και παράλληλα να τους υποστηρίξω ώστε να μπορέσουν να εμπνεύσουν και να παρακινήσουν άλλους ανθρώπους ή εταιρείες να σταθούν αλληλέγγυοι δίπλα τους. Οραματιζόμουν ότι το crowdfunding στην απλή του μορφή (τη μορφή που υποστήριζα εγώ και η οποία δεν σχετιζόταν με επενδύσεις ή μεγάλα start ups) μπορούσε να λειτουργήσει ως συνδετικός ιστός για την κοινωνία. Πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω ότι δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο χρηματοδότησης από το πλήθος, αλλά μπορεί να συμβάλει και στη δημιουργία κοινοτήτων ανθρώπων και οργανισμών που μοιράζονται κοινές αξίες και στόχους.
Η αρχή ήταν γεμάτη προκλήσεις.
Οι οργανισμοί και οι ΜΚΟ μέχρι τότε είχαν ως βασικούς πυλώνες εσόδων τις συνδρομές των μελών τους (πολλά από τα οποία ήταν ανενεργά ή δεν ήταν οικονομικά ενήμερα), τις εκδηλώσεις και τα bazaar που διοργάνωναν, προσπαθώντας να προσελκύσουν κόσμο και να συγκεντρώσουν χρήματα μέσα από τις πωλήσεις.
Οι δράσεις αυτές αποτελούσαν σημαντικά εργαλεία, όχι μόνο για την οικονομική ενίσχυση των οργανισμών αλλά και για την ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ των μελών τους. Παρουσίαζαν όμως αρκετές δυσκολίες σε επίπεδα όπως η επικοινωνία, η προβολή της ημερομηνίας της εκδήλωσης, η ευκολία πρόσβασης λόγω απόστασης ή χώρου, αλλά ακόμη και οι καιρικές συνθήκες. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι μικρές χορηγίες και δωρεές από εταιρείες και φυσικά πρόσωπα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την επιβίωση αυτών των οργανισμών.
Η περίοδος της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα δυσκόλεψε σημαντικά όχι μόνο τις ΜΚΟ, αλλά και ανθρώπους από πολλούς διαφορετικούς χώρους: καλλιτέχνες, αθλητές, εθελοντές, ανθρώπους που ήθελαν να ταξιδέψουν για να συμμετέχουν σε εθελοντικές δράσεις, αλλά και ανθρώπους που χρειάζονταν υποστήριξη για λόγους σπουδών ή υγείας.
Η επανάσταση και η εξάπλωση της τεχνολογίας | με τη διάδοση του διαδικτύου, των smartphones, των social media και των ηλεκτρονικών πληρωμών | δημιούργησαν το κατάλληλο περιβάλλον ώστε οι πλατφόρμες crowdfunding να σχεδιαστούν, να αναπτυχθούν και να προσφέρουν ένα νέο, συμπληρωματικό εργαλείο αναζήτησης πόρων και χρηματοδότησης.
Ένα εργαλείο που λειτουργούσε με άμεσο και διαφανή τρόπο, όπου πλέον κάποιος μπορούσε να παρουσιάσει το project του, να διατυπώσει με σαφήνεια το όραμα και τις ανάγκες του και να ζητήσει υποστήριξη όχι μόνο από μια μικρή κοινότητα ανθρώπων που γνώριζε προσωπικά, αλλά από ένα ευρύτερο κοινό.
Ένα κοινό έξω από τα στενά όρια της δικής του κοινότητας, ακόμη και από ολόκληρο τον κόσμο.
Ιδιαίτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσαμε ως Give & Fund στην Ελλάδα, κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας μας, από το 2013 έως το 2015, ήταν ότι ο κόσμος, τόσο οι δωρητές όσο και οι δημιουργοί των καμπανιών, δεν ήταν ακόμη εξοικειωμένος με τη χρήση του διαδικτύου.
Ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες ηλικίες δυσκολεύονταν όχι μόνο να χρησιμοποιήσουν διαδικτυακές υπηρεσίες, αλλά κυρίως να πραγματοποιήσουν ηλεκτρονικές πληρωμές. Η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά με την περίοδο των capital controls, καθώς οι ηλεκτρονικές πληρωμές άρχισαν να αναπτύσσονται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα και ο κόσμος εκπαιδεύτηκε, σε μεγάλο βαθμό από ανάγκη, στη χρήση τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το crowdfunding, ως εργαλείο, δεν αναδεικνύει μόνο το αίσθημα της ατομικής κοινωνικής ευθύνης και της προσφοράς, αλλά το ενδυναμώνει και στην πράξη.
Δεν περιορίζεται στη συγκέντρωση χρημάτων. Δημιουργεί συνδέσεις, ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ ανθρώπων και αποδεικνύει ότι πίσω από κάθε προσπάθεια υπάρχει μια ιστορία, μια ανάγκη και ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων που αναζητούν τη στήριξη μιας κοινότητας.
Γιάννης Χατζήμπεης, ιδρυτής της πλατφόρμας crowdfunding, Give & Fund