Ο νόμος για την προώθηση της νόμιμης μετανάστευσης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ο οποίος ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο, στοχοποιεί με ξεκάθαρο τρόπο τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών που δραστηριοποιούνται στην υποστήριξη προσφύγων και μεταναστών. Η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους Υπερασπιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε επιστολή της, εξέφρασε την ανησυχία ότι ο νόμος «θα επιβάλει άδικους περιορισμούς στο έργο των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της μετανάστευσης στην Ελλάδα, ενώ θα ποινικοποιεί τη δράση τους για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Όπως σημειώνεται, το νέο πλαίσιο θα μπορούσε να υπονομεύσει το ανθρωπιστικό έργο των οργανώσεων, ακόμη και μέσω ευρέων ορισμών που ενδέχεται να καλύπτουν απλές ανθρωπιστικές πράξεις.
Η εξέλιξη αυτή, δυστυχώς, δεν αποτελεί έκπληξη. Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα στοχοποιήσει οργανώσεις που παρέχουν υπηρεσίες σε αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες, αλλά και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων ευρύτερα. Με αφορμή διάφορα περιστατικά — όπως το ναυάγιο της Χίου — η κυβέρνηση στράφηκε εναντίον γιατρών, δικηγόρων και δημοσιογράφων που έκαναν τη δουλειά τους.
Η επιλογή να εκφραστεί αυτή η στάση και μέσω νομοθεσίας είναι μια αναμενόμενη, δυστυχώς, εξέλιξη στο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στο πεδίο της μετανάστευσης. Από τη δημιουργία του Μητρώου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, για το οποίο έχουν εκφράσει ανησυχίες τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέχρι τις δηλώσεις που παρουσιάζουν οργανώσεις ως «εχθρούς του κράτους» όταν κερδίζουν υποθέσεις σε διεθνή δικαστήρια κατά της Ελλάδας, η στάση της πολιτείας γίνεται ολοένα και πιο επιφυλακτική, αν όχι εχθρική.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του νέου νόμου, ο οποίος εισάγει ως επιβαρυντική περίσταση την εργασία σε οργανώσεις που είναι εγγεγραμμένες στο σχετικό Μητρώο για μια σειρά αδικημάτων. Μια τέτοια ρύθμιση δημιουργεί εύλογες ανησυχίες. Αντί να ενισχύει τη διαφάνεια και τη συνεργασία μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός εκφοβισμού των οργανώσεων και των εργαζομένων τους.
Βεβαίως, η ανάγκη για κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία στον χώρο των οργανώσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί — άλλωστε είναι και δικό τους αίτημα. Μηχανισμοί καταγραφής και πιστοποίησης θα μπορούσαν να συμβάλουν σε καλύτερο συντονισμό μεταξύ δημόσιων αρχών και οργανώσεων. Ωστόσο, η γραμμή ανάμεσα στη θεσμική οργάνωση και στον περιορισμό της δράσης της κοινωνίας των πολιτών είναι λεπτή. Όταν οι διαδικασίες γίνονται υπερβολικά περίπλοκες, ασαφείς ή συνοδεύονται από δυσανάλογες κυρώσεις, αντί να διευκολύνουν το έργο των οργανώσεων, καταλήγουν να το εμποδίζουν.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με τον ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι οργανώσεις στην παροχή υπηρεσιών στους ανθρώπους σε κίνηση. Στην πράξη, οι οργανώσεις συχνά καλύπτουν κρίσιμα κενά του κρατικού μηχανισμού: παρέχουν νομική βοήθεια, ιατρική φροντίδα, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και ενημέρωση για τα δικαιώματα των ανθρώπων που βρίσκονται σε ευάλωτη θέση. Ταυτόχρονα, λειτουργούν και ως ανεξάρτητοι φορείς παρακολούθησης, καταγράφοντας παραβιάσεις και προωθώντας τη λογοδοσία των αρχών.
Ακριβώς γι’ αυτό η παρουσία τους είναι πολύτιμη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η κοινωνία των πολιτών δεν αποτελεί υποκατάστατο του κράτους, αλλά συμπληρωματικό πυλώνα που συμβάλλει στη διασφάλιση των δικαιωμάτων και στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών. Η συνεργασία με τις δημόσιες αρχές είναι συχνά απαραίτητη, όμως εξίσου σημαντική είναι η διατήρηση της ανεξαρτησίας τους. Οι οργανώσεις είναι μέρος του Κράτους Δικαίου και είναι απαραίτητο να αναδεικνύεται ο ρόλος τους και η σημασία τους.
Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι αν οι οργανώσεις μπορούν να παραμείνουν ανεξάρτητες και αποτελεσματικές μέσα στο νέο θεσμικό πλαίσιο. Όταν η νομοθεσία δημιουργεί κλίμα καχυποψίας ή φόβου για πιθανές ποινικές συνέπειες, υπάρχει ο κίνδυνος οι οργανώσεις να περιορίσουν τη δράση τους ή να αποσυρθούν από κρίσιμους τομείς παρέμβασης. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα έπληττε μόνο τις ίδιες, αλλά κυρίως τους ανθρώπους που εξαρτώνται από τις υπηρεσίες τους. Προφανώς, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και τις αλλαγές που έχουν προκύψει στη χρηματοδοτική πραγματικότητα του ανθρωπιστικού τομέα και του τομέα διεθνούς συνεργασίας, όπως αυτή διαμορφώνεται λόγω των επιλογών της κυβέρνησης Τραμπ. Είναι πλέον σαφές ότι είμαστε μάρτυρες τεράστιων αλλαγών σε αυτά που γνωρίζαμε ότι ισχύουν τα τελευταία 80 χρόνια περίπου.
Είναι σαφές ότι η διαχείριση της μετανάστευσης είναι ένα σύνθετο και απαιτητικό ζήτημα δημόσιας πολιτικής και δεν μπορεί να μην υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της πολιτείας και όσων εργάζονται για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντίθετα, χρειάζεται ένα θεσμικό περιβάλλον που να ενισχύει τη συνεργασία και τη διαφάνεια μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι πολιτικές για τη μετανάστευση εφαρμόζονται με τρόπο αποτελεσματικό, αλλά και σύμφωνο με τις δημοκρατικές αξίες και τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.
Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Διευθυντής, Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες