Η Ευρώπη χρειάζεται τους πολίτες της — τώρα περισσότερο από ποτέ
03 ΙΟΥΛ 2025~Άρθρα Γνώμης & Έρευνες

Το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο ασταθές. Η άνοδος του εθνικισμού, η επιστροφή της ωμής πολιτικής ισχύος και η εργαλειοποίηση των νέων τεχνολογιών για τη διάσπαση και τη χειραγώγηση κοινωνιών δείχνουν ότι η παγκοσμιοποίηση δεν λειτουργεί πάντοτε ενωτικά. 

Το γεγονός, ωστόσο, είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει σε μια περίοδο που θα αναδείξει πολλά προβλήματα τα οποία απαιτούν δύσκολες αποφάσεις. Πρέπει να εγκαταλειφθεί η «ήπια ισχύς»; Είναι η ώρα για «σκληρή ισχύ»;

Η ΕΕ οφείλει να αποφύγει την παγίδα της επιστροφής σε μια συγκρουσιακή λογική των διεθνών σχέσεων. Ο κόσμος είναι πλέον πολυπολικός και η συνεργασία δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Την ίδια στιγμή, η μεγαλύτερη απειλή για την ΕΕ ίσως δεν προέρχεται απ’ έξω, αλλά από μέσα. Όταν τα κράτη-μέλη αδυνατούν να στηρίξουν τις κοινές θεμελιώδεις αξίες, όταν οι πολίτες νιώθουν ότι η φωνή τους δεν μετράει, τότε οι ρωγμές γίνονται επικίνδυνες.Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα προς μια πιο συμμετοχική Ένωση. 

Όμως, δεν αρκεί. Χρειάζεται μια νέα, στρατηγική δημόσια διπλωματία που θα εστιάζει όχι μόνο στην πολιτιστική υπεροχή, αλλά στα μεγάλα, υπαρξιακά ζητήματα του σήμερα: την κλιματική κρίση, τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τη δημόσια υγεία. Η παραδοσιακή αντίληψη της δημόσιας διπλωματίας —ως προβολής της πολιτιστικής ταυτότητας και των ευρωπαϊκών επιτευγμάτων— δεν αρκεί πλέον. Σε έναν κόσμο όπου η ανασφάλεια, η ανισότητα και η οικολογική κατάρρευση απειλούν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων, η αξιοπιστία της Ευρώπης δεν θα κριθεί από τη ρητορική περί πολιτισμικής ανωτερότητας, αλλά από τη συμβολή της στην επίλυση αυτών των κρίσιμων ζητημάτων.

Βάσει αυτής της συλλογιστικής, η ΕΕ χρειάζεται να σκεφτεί τη δημόσια διπλωματία της πιο στρατηγικά και διαλεκτικά (σε επίπεδο δημόσιου διαλόγου). Στρατηγικά, με την έννοια ότι πρέπει να πειραματιστεί με τον αναπροσανατολισμό της θεματικής της δημόσιας διπλωματίας, η οποία έως τώρα επικεντρώνεται κυρίως σε ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμού, εκπαίδευσης κ.λπ. Στον σημερινό κόσμο, ωστόσο, θεμελιώδη ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η μετανάστευση, η ανάπτυξη κ.ά., πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα της δημόσιας διπλωματίας. Αυτό απαιτεί τη δημιουργία συμμετοχικών κόμβων διαλόγου, όπου θα αναπτύσσονται επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα και ανατροφοδότηση, τα οποία θα τροφοδοτούν τη συστηματική και εις βάθος συλλογή απόψεων και θέσεων των πολιτών, επενδύοντας παράλληλα στην ανάλυση και τη σύνθεση αυτών των θέσεων.

Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει ουσιαστικά στη δημιουργία δικτύων διαλόγου και συνεργασίας, τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της. Συγκεκριμένα, απαιτείται στενότερη συνεργασία με τρίτες χώρες, με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και με διεθνείς οργανισμούς, με άξονα όχι μόνο τη γεωπολιτική σκοπιμότητα, αλλά κυρίως τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. 

Η καταπολέμηση της φτώχειας δεν μπορεί να είναι απλώς υπόσχεση σε διεθνή φόρα· απαιτεί την έμπρακτη στήριξη σε τοπικές πρωτοβουλίες εκπαίδευσης, ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και κοινωνικής προστασίας σε χώρες του Νότου και σε περιοχές της γειτονιάς της Ευρώπης, όπως τα Βαλκάνια, η Βόρεια Αφρική ή η Μέση Ανατολή.

Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν περιορίζεται σε τεχνοκρατικούς όρους «πράσινης μετάβασης», αλλά προϋποθέτει δίκαιη κατανομή των ωφελειών και ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών, ώστε κανείς να μη μείνει πίσω. Η Ευρώπη οφείλει να στηρίζει έμπρακτα τις πιο ευάλωτες χώρες στην προσαρμογή τους στην κλιματική αλλαγή, ενισχύοντας παράλληλα τη δική της ανθεκτικότητα.

Στο πεδίο της μετανάστευσης, η ΕΕ δεν μπορεί να αρκείται σε πολιτικές αποτροπής ή σκληρών συνόρων. Η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών απαιτεί σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, διεθνή συνεργασία για την καταπολέμηση των βαθύτερων αιτίων του εκτοπισμού —όπως οι συγκρούσεις και η φτώχεια— και δίκαιη κατανομή ευθυνών μεταξύ των κρατών-μελών.

Αντίστοιχα, η ενίσχυση των συστημάτων δημόσιας υγείας, τόσο εντός της ΕΕ όσο και στις γειτονικές χώρες, είναι επένδυση ασφάλειας και σταθερότητας για όλους. Η πανδημία έδειξε ότι οι υγειονομικές κρίσεις δεν γνωρίζουν σύνορα και ότι η διεθνής αλληλεγγύη είναι ζήτημα κοινού συμφέροντος, όχι φιλανθρωπίας.

Για να καταστούν όλα αυτά πραγματικότητα, η ενίσχυση των συμμετοχικών διαδικασιών είναι κρίσιμη. 

Αυτό σημαίνει όχι μόνο τη διοργάνωση διαβουλεύσεων για τα προσχήματα ή τη συλλογή τυπικών απόψεων, αλλά τη θεσμοθέτηση μηχανισμών που ενσωματώνουν τη φωνή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Η εμπειρία της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης έδειξε ότι όταν δίνονται στους πολίτες εργαλεία, χρόνος και πληροφορίες, μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά και ουσιαστικά στη διαμόρφωση πολιτικών προτάσεων.

Η αξιοποίηση της κοινωνίας των πολιτών δεν αφορά μόνο τις ΜΚΟ ή τις οργανωμένες δομές, αλλά και την ενίσχυση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών μέσω σύγχρονων εργαλείων, όπως οι ψηφιακές πλατφόρμες διαλόγου, οι συνελεύσεις πολιτών και οι θεματικές διαβουλεύσεις σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Η συμμετοχή δεν είναι πανάκεια· ούτε μπορεί να εξαλείψει μονομιάς τα ελλείμματα δημοκρατίας ή τις κοινωνικές ανισότητες. Όμως, χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών και χωρίς την αξιοποίηση της συλλογικής εμπειρίας και σοφίας, καμία πολιτική δεν μπορεί να είναι πραγματικά αποτελεσματική ή δίκαιη. Η αξιοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και η ενίσχυση της άμεσης συμμετοχής μπορούν να λάβουν πολλές μορφές: από συνελεύσεις πολιτών και θεματικές διαβουλεύσεις, μέχρι σύγχρονες ψηφιακές πλατφόρμες διαλόγου και καινοτόμες διαδικασίες συν-διαμόρφωσης πολιτικών σε τοπικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε έναν κόσμο γεμάτο προκλήσεις, η αληθινή ισχύς της Ευρώπης θα είναι η ικανότητά της να ενώνει, να ακούει και να προσφέρει λύσεις. Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι ασφαλής και ανθεκτική, αν δεν συμβάλλει αποφασιστικά σε έναν πιο ασφαλή, πιο δίκαιο και πιο βιώσιμο κόσμο για όλους.


Χρήστος Φραγκονικολόπουλος

Καθηγητής, Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών & Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ



Μείνετε ενημερωμένοι για όλες τις δράσεις και τις εκδηλώσεις μας